Αρχική
εγγραφή NewsLetter | χορηγία
Πρώτη ΣελίδαΑποτύπωμαΦιλικές ΙστοσελίδεςΕπικοινωνία

ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΟΥΣΟΥ

 

Στη νέα του ποιητική συλλογή «Ερωτήματα Ψυχής» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δρόμων, ο πολυμεταφρασμένος ποιητής Κώστας Καρούσος, Πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, φωτίζει τα σβηστά άστρα ενός κόσμου που αρνείται ν’ ακούσει τον ψίθυρο…

 

Πώς γεννιέται άραγε ένας ποιητής; Ποιο ορμέμφυτο τον παρακινεί; Ποιος κρυφός Οδηγός και Δάσκαλος τον εμβαπτίζει στα νερά της ποίησης και πώς παίρνει το χρίσμα της, πριν καν τον ανακαλύψουν οι άλλοι; Ποια ουτοπία ίσως κυνηγά και ποια «Ερωτήματα Ψυχής» προσπαθεί ν’ απαντήσει στο χρόνο ως άλλος Σίσυφος, κουβαλώντας το φορτίο μέχρι τον ανήφορο και πάλι ξεκινώντας κάθε φορά λες απ’ το μηδέν, παραδόξως αντλώντας ηδονή από τούτο το μαρτύριο-θυσία εφ’ όρου ζωής, που μοιάζει να του το υποδεικνύει μια σχεδόν Αρχετυπική Αθωότητα; Είναι η ίδια που τον οδηγεί μέσα από τη γραφή να ανασυστήσει το σύμπαν εντός, γκρεμίζοντας και χτίζοντας ανελλιπώς, σε μια προσπάθεια να πλησιάσει όσο περισσότερο το φως, χωρίς να κάψει όπως η πεταλούδα τα φτερά, μα αντίθετα να δώσει φτερά στους πολλούς και ν’ ανυψωθούν μαζί.

Σκέφτομαι πως ο ποιητής Κώστας Καρούσος πρέπει σχεδόν καθημερινά να «βιώνει πολλούς μικρούς θανάτους» και να λαμβάνει εκ νέου ζωή πάλι και πάλι από τη «μήτρα» της ποίησής του, που με πόνο γεννά τη σοφία του κόσμου.

Ιερός τόπος η ψυχή. Και τα Ερωτήματά της, συνομιλία με τον Θεό. Ευλαβικός προσκυνητής σ’ εκκλησιά, περνώ το κατώφλι που θα συναντήσω τη φεγγοβόλα σκέψη του δημιουργού των «Ερωτημάτων Ψυχής» και βλέπω εικόνες αγίων, όχι εξιδανικεύοντας τον ίδιο ως άνθρωπο, που εκτιμώ γνωρίζοντας ελάχιστα, μα νιώθοντας τη «Θεία κοινωνία της ποίησής» του, με τις λέξεις του «καντήλι ακοίμητο» που προσκυνά τη Σταύρωση. Μήπως δεν έχει προηγηθεί Σταύρωση κι αίμα από μπήξιμο καρφιών πριν αποστάξει πάνω στο χαρτί κάθε λέξη ή φράση, κάθε σημείο στίξης του;

Διαβάζω, μελετώ, σημειώνω στο νου και την καρδιά, επανέρχομαι, δίνω τις δικές μου απαντήσεις και ως αναγνώστης που κάνει διάλογο με τον Λεξοπλάστη-Αναζητητή της Αλήθειας κι ύστερα μονολογεί με τον εαυτό του, θέτω τα δικά μου αντίστοιχα ή άλλα ερωτήματα που προκύπτουν, σαν να γίνεται εδώ μια λαμπαδηδρομία ψυχών που η νίκη ανήκει σε όλους και γιορτάζεται απ’ όλους, με την ποίηση να ’ναι ο Μέγας Εξαγνιστής. Παρακολουθώ τις λέξεις, τους απευθύνω το λόγο, ζητώ από τις ίδιες, ερήμην του ποιητή, διευκρινίσεις. Κάποιες το κάνουν με περισσή ευκολία. Άλλες είναι πιο δύσκολες στο πλησίασμά τους, πιο εσωστρεφείς και ενίοτε περισσότερο θλιμμένες ή στοχαστικές, αλλά και οι μεν και οι δε «ερωτοτροπούν» και είναι εξίσου αξιαγάπητες και συντροφικές, όπως είναι οι γενναιόδωροι συνοδοιπόροι. Από τη μια αποφαίνομαι πως ουδείς μπορεί να μαντέψει τους λογισμούς του άλλου και πως γεννήθηκαν τα συναισθήματα μέσα του, απ’ την άλλη συλλογιέμαι πως η ποίηση έχει έναν κοινό πόνο, μια τεράστια πληγή που υπάρχει εντός του καθένα και αποτελείται από κομμάτια και θραύσματα ξεχωριστά, μα ως παντοδύναμη και παντοδότρα μας ενώνει όλους σε ΕΝΑ. Και ακριβώς γι’ αυτό με πιάνει ένα ρίγος ευγνωμοσύνης μπρος στη γενναιόδωρη απλοχεριά του ποιητή που, μοιραζόμενος το θεραπευτικό αναστοχασμό του, μου προσφέρει, όπως προφανώς και σε άλλους –εν αγνοία του άραγε ή συνειδητά;– το φάρμακο της ίασης.

Ποιήματα, τα περισσότερα αφιερωμένα σε φίλους ποιητές ή μη και αγαπημένα πρόσωπα (δύο τα πλέον συγκλονιστικά εξ αυτών είναι αφιερωμένα στη μητέρα του και τον πατέρα του αντίστοιχα), στίχοι αφιερωμένοι στην Αμφίπολη και σε όσα δεν βγήκαν στο φως, ριζώματα και ξεριζώματα ψυχής, με κείνον που τα υπογράφει να σου δίνει την αίσθηση –σχεδόν να σε πείθει– πως το δικό του μελάνι έχει τη μαγική δύναμη να αναγεννά την ψυχή απ’ τις στάχτες της. όπως ο φοίνικας που αφού παραδοθεί στις φλόγες της ίδιας του της φωτιάς βάζει ζωή στο θάνατο και στήνεται όρθιος απ’ την αρχή.

Στα «Ερωτήματα Ψυχής» του Κώστα Καρούσου θ’ αναρωτηθείς: «Είδες τον εύθραυστον αιγιαλό ν’ ακουμπά/ στον ήχο της λέξης και να τέμνει/ την ασθμαίνουσα πυρκαγιά της ψυχής;»/ Θα σταθείς με φιλοσοφική διάθεση σε φράσεις όπως: «Εποπτεύεις την ισημερία της ζωής/ στην άνιση μάχη του μέλλοντος»/ Θα συμφωνήσεις ίσως πως «Για μια αμαρτία θα φύγουμε/ μιας χαμένης ερωτικής ατλαντίδας/ που αναδύεται στην άπειρη αίσθηση του βυθού»/ Και θ’ αναρωτηθείς: «Είδες το βάδισμα των αστεριών/ πάνω στα δικά τους μάτια;»/ Θα χαμογελάσεις με γεύση πικρή στα χείλη –σάμπως να σου ’χει συμβεί το ίδιο ή κάτι αντίστοιχο– στη φράση-συμπέρασμα: «Σήμερα γέμισα ήλιο/ σαν πορσελάνη -σαν αμφορέας-μ’ ένα κρυμμένο ράγισμα στο πλάι»/ Θα συναντηθείς με τον έρωτα σε στίχους όπως: «Πάλι στάζει δάκρυ το πέλαγος/ και πλησιάζω, σαν άγγιγμα πλήκτρου/ το ηλιοτρόπιο των δακτύλων σου/ ραμφίζοντας κι εγκαλώντας την επομένη»/ Αλλά και θ’ αναγνωρίσεις φιγούρες γνώριμες σε λόγια όπως: «Κάποιοι μετάλλαξαν την ψυχή τους/–ανερυθρίαστοι νεοσσοί τροπαιούχοι– με νήπια στενάγματα χορικά,–τ’ ανιστόρητου χτες καλαμαράδες–/ χωρίς αιδώ κι ανάγνωση/ χωρίς το δίχτυ του χρόνου/ και χωρίς λυχνοστάτες»/ Κι ακόμα θ’ αναρωτηθείς αν «Είδες τις αετοφωλιές των άστρων/ Στο Αναστάσιμο θάλπος της ψυχής σου»/ ή θα συμμεριστείς το ερωτηματικό που ρωτά αν… «Είσαι μιας διάτρητης πειθούς κοχύλι;»/ Κι ακόμα θα προσπαθήσεις να θυμηθείς αν έχεις γιορτάσει τόσο βαθιά κάποιον εκεί… «Στις άρρητες υποψίες του σώματος,/ που θεμελίωσε ο αρχαίος μύστης/ σε κόγχες μαρμάρινες».

Θα σκεφτείς όλους τους μήνες, αλλά για κάποιο λόγο θ’ αγαπήσεις τον Μάη, αφού «Ο Μάης παρέρχεται/ σαν απλό μειδίαμα χαραυγής./ Ο μόνος μήνας,/ που επιδέχεται φιλοφρόνηση».

Και μέσα απ’ αυτά κι άλλα πολλά σκαλισμένα στο Ημερολογιακό Προσευχητάρι του Κώστα Καρούσου, θα νιώσεις την κάθαρση, συμφωνώντας μαζί του πως: «Η αθωότητα της ποίησης αναθρέφει/ με διαστημικήν ομοβροντία συναίσθησης/ και ξακουσμένα πατήματα εννοιών/ τον ομφαλό της ευγένειας των ανθρώπων». Και στην ερώτηση ποιος είναι ο ποιητής ή τι πράττει, θ’ απαντήσεις ίσως αυθόρμητα πως ποιητής είναι αυτός που σέρνει τα δεινά του κόσμου εμπρός του κι όχι στην πλάτη του.

Συνδιαλέχθηκα με τα «Ερωτήματα Ψυχής» του Κώστα Καρούσου. Ποίηση που ο ήχος της άλλοτε μοιάζει με κείνον ενός λυπημένου, μοναχικού βιολιού που αγρυπνά στις επάλξεις του κόσμου κι άλλοτε θυμίζει παιδική μελόντικα που ανυπομονεί να παίξει τις πρώτες της νότες.

Περπάτησα και θα περπατήσω ξανά ανάμεσα στις λέξεις του. Σκόνταψα, έτρεξα, περιπλανήθηκα. Κι όπως μια στιγμή στάθηκα λίγο να πάρω ανάσα, σχεδόν σαν οπτασία είδα μπροστά μου έναν άνθρωπο να περπατά ώρες διψασμένος στον ήλιο, με τα πόδια του να βουλιάζουν στην άμμο του χρόνου, βαθιά όπως οργώνει το άροτρο, και να επανέρχονται. Τον ένιωσα να κλαίει τον αιώνιο ξεριζωμό, αναζητώντας ασφάλεια επί ματαίω. Το βλέμμα του μελαγχολικό. Κι εκεί, πάνω στο δάκρυ των ματιών, μου φάνηκε πως αναγνώρισα ό,τι ο ίδιος είχε ίσως αναγνωρίσει. Έναν τόπο. Το σπίτι του. Και τότε και με αφορμή τούτη την… «ταραχοποιό, καρποφορούσα και ανθοφόρα ποίηση», συνειδητοποίησα ότι… ποιητής είναι αυτός που κουβαλά στην ψυχή του μια έρημο, μια ξενιτιά και μια πατρίδα.

 

(Κώστα Καρούσο, σ’ ευχαριστώ για την τιμή. Κρατώ μ’ ευγνωμοσύνη το βιβλίο σου φυλαχτό και μαζί Φανοστάτη για τα «Ερωτήματα της Ψυχής» μου).